Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

εγώ ανάμεσα

Όταν ήμουν περίπου 5 ετών, όλοι οι άνθρωποι γύρω μου αντιπροσώπευαν νέες δυνατότητες & με ενθουσιασμό και ανεξέλεγκτη σχεδόν άνεση προσπαθούσα να τους προσεγγίσω.
ΜΠΟΡΩ να γίνω φίλη σας,ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ να μην με συμπαθήσετε.

Αργότερα, στο σχολείο ήμουν αρκετά κοινωνική, μιλούσα με όλους, όλα τα παιδάκια ήμασταν μια παρέα, και τσακωνόμουν με όσους τους άξιζε.

Στο γυμνάσιο προσπάθησα να κάνω φιλίες με διάφορους ανθρώπους χωρίς να τα καταφέρω ποτέ, διότι δυστυχώς δεν φορούσα ούτε το σωστό τζιν, ούτε άκουγα Rihanna οπότε τι στο διάολο να πούμε με εσένα κοπέλα μου.Εξελίχθηκα λοιπόν στο ευγενικό περιθώριο, που δεν ενοχλεί κανέναν και μία στο τόσο εξαιτίας ίσως ενός καλού αστείου,
ή μίας ανιδιοτελούς πράξης, φοράει για λίγο την κοινωνικά επιτυχημένη τιάρα του.

Όλη μου η ζωή στο λύκειο ήταν μιά συνεχής άρνηση.Εξακολουθούσα να μην είμαι και πολύ αντικοινωνική, αλλά διατηρούσα τείχη βαριά που δεν επέτρεπαν σε κανέναν όχι απλά να με πλησιάσει, αλλά ούτε και να θεωρήσει ότι μπορεί και να αξίζει να το κάνει.Ο σνομπισμός μου εν τω μεταξύ είχε ξεπεράσει τα φυσιολογικά όρια,σε βαθμό τέτοιο ώστε άκουγα ονόματα συμμαθητών μου και χασκογελούσα ( συγνώμη παιδιά..).

Τώρα όσο περισσότερους αγνώστους μετράει το μυαλό μου σε ένα τραπέζι τόσο περισσότερο αυξάνονται οι χτύποι της καρδιάς μου,
και όσο περισσότερο αστείοι και συμπαθείς είναι, τόσο περισσότερο αναρωτιέμαι πως εγώ κατάφερα να βρεθώ στο ίδιο τραπέζι μαζί τους.

Δεν ξέρω ακριβώς πως έφτασα σε αυτό το σημείο.
Μπροστά σε αγνώστους μπλέκω τα λόγια μου, πέφτω από καρέκλες,
λέω τα χειρότερα αστεία, ξεχνάω να ρωτήσω τυπικά βασικά πράγματα γι αυτούς.

Νιώθω ένα περίεργο είδος εγκλωβισμού, και το χειρότερο λάθος που κάνω είναι ότι προσπαθώ να μαντέψω τι μπορεί να σκέφτεται το μυαλό τους για εμένα τη στιγμή εκείνη.
Πάντα αυτό χειροτερεύει την κατάσταση μέσα μου και μπαίνω ακόμη περισσότερο μέσα στο καβούκι μου, πράγμα που έχει ως συνέπεια να χάνω και την τελευταία μου ελπίδα να με συμπαθήσουν.


Όταν ήμουν 5 ετών,θεωρούσα ότι είμαι γαμάτη & απίστευτη τύπισσα για να με κάνει κανείς παρέα.
Στα 10, και σε όλο το δημοτικό πλανιόμουν οικτρά ότι όλα πάνε καλά πάνω μου.
Στο γυμνάσιο άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάτι πάει στραβά,
 και στο λύκειο ήμουν σίγουρη ότι δεν υπάρχει κάτι δικό μου αντάξιο προσοχής.

Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα, στην ενήλικη ζωή μου, να με λούζει ο τρόμος σκεπτόμενη ότι υπάρχει πιθανότητα να χρειαστεί να συναναστραφώ με πολλούς άγνωστους ανθρώπους ταυτόχρονα.Δεν είναι όλες μου οι μέρες έτσι, αλλά σίγουρα αυτό είναι το χειρότερό μου.

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Δεν πιστεύω στα αντικείμενα.(?)

Η σχέση που έχω με τα πράγματα είναι πολύ αντιφατική.


Έχω μια μανιώδη συνήθεια να μην πετάω τίποτα, εκτός από ορισμένες μέρες στις οποίες αποφασίζω να αδειάσω όλο μου το σπίτι.

Όταν αποφασίζω να πετάξω,
σημαίνει ότι έχουν συμβεί κοσμοιστορικές αλλαγές στη ζωή μου
και αισθάνομαι ότι δεν χρειάζομαι κανένα από τα πράγματα μικρά ή μεγάλα που με περιβάλλουν στο κουβούκλιό μου.

Αλλιώς έχω κουτιά και ντουλάπες γεμάτα ιστορίες,μυρωδιές και ανθρώπους που δεν θα πετάξω ποτέ.

Τα κουτιά μου, έχουν γεμίσει με παλιές φιλίες και παιδικούς έρωτες που κρατούν ζωντανό ό,τι έχω ζήσει.

Φάκελοι, αρωματισμένοι ή μη,
φωτογραφίες (πόσες φωτογραφίες...)
από εμένα κι από εσένα, απ την αστυπάλαια,
απ την ελαφόνησο,
από εμένα την ίδια έτσι ή αλλιώς.
τραπουλόχαρτα, αποχαιρετηστήριες κάρτες καρτ ποστάλ,
από παιχνίδι θησαυρού στο μαρούσι,
συσκευασίες χαρτιά περιτυλίγματος,ενθαρρυντικά ποστ ιτ,
ζωγραφισμένες χαρτοπετσέτες εισητήρια από συναυλίες θέατρα και σινεμά, ένα καλαμάκι, ένα ποτήρι που έπινες πορτοκαλάδα μου το έδωσες και ξέχασα να το πετάξω.

το χαρτί με εκείνο το ερωτηματικό, το ηλιοβασίλεμα στην αστυπάλαια,
τα χαρτάκια που μου έγραφε η sorrow, με τα ιδρωμένα της χέρια,
"πρέπει να περάσεις αθήνα" "να διαβαζεις συγκεντρωμενα ηλέκτρα"
"και να κάνεις επαναλήψεις"

τα ten to go του κωστα που μου τα εδινε ολα

τα αστεια του παναγιωτη, τη φωτογραφια απο την ηλιθια μαιμου και κατι γαλοπουλες...

Και απ την αλλη,
είναι όλα αυτά τα πράγματα τα οποία δεν ξέρω τι θέλω να τα κάνω.
Ο καθρεύτης μου τα ρούχα μου τα απορρυπαντικά στο σπίτι,
τα το λαπτοπ,
τα ηχεία, το κραγιόν μου.
Ώρες ώρες θέλω να τα ξεφορτωθώ όλα αυτά,
και να μείνω με τα κουτιά μου.
Δε θέλω ούτε μπλούζες ούτε λαπτοπ ούτε κραγιόν να μου ανεβάζει την αυτοπεποίθηση.
Νιώθω τόσο εξαρτημένη από τέτοια αντικείμενα,
που κάποιες φορές πιστεύω ότι είμαι άλλος άνθρωπος χωρίς αυτά.

Δεν καταλήγω κάπου.
Απλά,
νιώθω απελπιστικά αδύναμη
να αποχωριστώ οποιαδήποτε απ τις 2 κατηγορίες αντικειμένων που περιτριγυρίζουν τη ζωή μου.
Τα κουτιά μου γιατί είμαι εγώ και τα άχρηστα αντικείμενα
γιατί μου ενδυναμώνουν το εγώ.

άρα δεν ξέρω,πιστεύω ή δεν πιστεύω στα αντικείμενα.
δεν ξέρω.
καλησπέρα





Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

[Kiss yourself goodnight.]

Βγαίνω στο μπαλκόνι και το σκοτάδι είναι μαύρο.
Η ώρα δεν είναι και τόσο ανθρώπινη.
Σέρνω την καρέκλα μου στα κάγκελα, και κρεμάω τα πόδια μου εκεί.
Είναι απ τις μέρες που αισθάνομαι πως είμαι τρελή.
Προσπαθώ να κάνω ησυχία,
και να μην αναπνέω πολύ δυνατά, 
δεν θέλω να ξυπνήσω κανέναν.

Κλείνω τα μάτια μου και παίρνω μια βαθιά ανάσα,
προσπαθώντας να καταλαγιάσω την ταχυπαλμία.
Κάτι γίνεται.

Στον ουρανό φαίνονται διάφορα αστέρια,
και δίπλα από το διαχωριστικό
ακούγονται γνώριμες φωνές που ξέρω, αγαπιούνται πολύ.

Ο αέρας είναι αρκετά δροσερός και ενώ αισθάνομαι ότι
κατά ένα μέρος με ξυπνάει, σίγουρα με ξεκουράζει 
και με κάνει να σκεφτώ με περισσότερη διαύγεια.


Αυτός ο κόσμος είναι ένα χάος,σαν αυτό που έχω στο κεφάλι μου.
Μερικές φορές νιώθω ότι μπορώ να αναπεξέλθω και άλλες,
ότι παραείναι μεγάλος κακός και άσχημος,
για να τον αντέξει ο οποιοσδήποτε.

Δυσκολεύομαι να ηρεμήσω,τα μάτια μου κλείνουν μόνα τους.
Γιατί να μην σβήνει έτσι και η σκέψη?

Τουλάχιστον ξέρω πως αύριο θα θυμάμαι τα μισά απ αυτά που σκέφτομαι τώρα.
Είναι περίεργη αυτή η αυπνία,
δεν ξέρεις τι σου συμβαίνει.
Σαν να είσαι λιωμένος από κάποιου είδους ναρκωτικό.
Και ενώ έχεις στο μυαλό σου αυτό που θέλεις να γίνει 
που στην προκειμένη περίπτωση είναι ένας βαθύς
και ανενόχλητος ύπνος χωρίς ίχνος ονείρου,
απλά δεν είναι στο χέρι σου.

και πάλι θα περιμένεις τον ήλιο να σε κοιμήσει.
[Καλημέρα σε όσους χθες το βράδυ τα κατάφεραν.]


Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Brain Fever 1.0.1.

Μιά ηλίθια μέρα τον Μάιο του 2010, 
έτυχε να είμαι το θύμα μιάς συζήτησης που ξεκινούσε με το γεγονός ότι δίνω πανελλήνιες, και τελείωνε στο τι θα κάνω στη ζωή μου.
Το περιβάλλον, μία λευκή υπερβαρετή υπερκούλ καφετέρια στο Νέο Ηράκλειο, και συνομιλητές νονός και μπαμπάς.

Αφού βομβαρδίστηκα για αρκετή ώρα με επιθετικές ρουκέτες ενηλικίωσης και υπευθυνότητας, ήθελα αρχικά να ανοίξει η γη να με καταπιεί ή να με ρουφήξει με οποιοδήποτε τρόπο ο φουσκωτός καναπές.

Πιέστηκα λοιπόν τόσο πολύ απ τη συχνότητα και την ένταση των ερωτήσεων, και όπως οφείλει να κάνει κάθε ώριμος άνθρωπος που παίρνει στα χέρια του τα ηνία της κατάστασης, άρχισα να κλαίω με λυγμούς και αναφιλητά τα οποία ξεφώνιζαν απελπισμένα "δεν ξέεεεερωωωω γχμμμφφφ..μπου χου χου...αααα..δεν έχω ιδέα...φοβάμαιαααααααααα".
Πατέρας και νονός κοιτάχτηκαν για μία στιγμή, και αυτομάτως ξέσπασαν σε γέλια.
Για 30 δευτερόλεπτα, σκέφτηκα  τι μπορεί να ξέρει ένας γραφίστας και ένας ηθοποιός για το  ακαδημαικό και υψηλό, τριτοβαθμιακής εκπαίδευσης άγχος και πόνο που αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή.
Με ηρέμησαν κάπως,και άρχισαν να μου λένε διάφορα άσχετα πράγματα τα οποία οδήγησαν τη συζήτηση στο γιατί κλαίω και όχι τόσο
στο τι-θα-κάνεις-στη-ζωή-σου-και-κυρίως-τι-θες.

Τη στιγμή εκείνη, δεν θυμάμαι άλλα, παρά τον νονό να λέει, ότι  ότι οι άνθρωποι που κλαίνε δημόσια, εκτίθενται με πολύ ειλικρινή και προσωπικό τρόπο.

Τελικά εκεί σ αυτή τη στιγμή, έγκειται και η γοητεία του Brain Fever και του παραληρήματος,για εμένα.
Στην εξωτερίκευσή του.

Είμαι άνθρωπος που έχω προς το παρόν αποτύχει τρομερά και συστηματικά στην απόκρυψη οποιουδήποτε συναισθήματος ή μπερδέματος.

Οποιδήποτε είδος σοβαροφάνειας & εσωστέφειας δεν με χαρακτήρισε ποτέ.

Και ο λόγος ύπαρξης του brain fever σαν μπλογκ, σαν έννοια, σαν υπόσταση και σαν μελλοντική έκδοση είναι αυτός.
Είναι αναγκαίος και πηγαίος και είναι εν τέλει, κάτι που έκανα πάντα.
Κάθε συναίσθημά μου σημαίνει για εμένα κι από μία εξωτερίκευση,στην διαδικασία της οποίας, όχι απλά αισθάνομαι κάτι,
άλλα έχω την πηγαία υποχρέωση να το μοιραστώ.
Και όχι απαραίτητα μέσω ενός ψιθύρου σε κάποιο γνώριμο αυτί,
αλλά συχνά μέσω ενός δυνατού γέλιου, μιάς ασταμάτητης κραυγής ή ενός κλάματος με αναφιλητά στη μέση μιάς καφετέριας γεμάτης αγνώστους.

αυτό σημαίνει για εμένα, το brain fever.

 





Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

κι ουτε ορεξη να γραψω εχω
ουτε ορεξη να φαω
ουτε να περπατησω
ουτε να πιω
ουτε να κουραστω
ουτε να ξεκουραστω
ουτε να κρυωσω
ουτε να ζεσταθω
ουτε να μιλησω
ουτε να βγω εξω
ουτε να κατσω μεσα
ουτε να καθισω αλλιως
ουτε να παω πιο κει
ουτε να ακουσω αστεια
ουτε να πω αστεια(αυτο ουτως η αλλως δεν)
ουτε να ειμαι μονη μου
ουτε να ειμαι με παρεα
ουτε να ειμαι νευριασμενη
ουτε να ειμαι στεναχωρημενη
ουτε να υπαρχω 
χωρις λ ο γ ο και α ι τ ι α