Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Thoughts of a spoiled girl.

[ Κακομαθημένα κόβω βόλτες μες το σπίτι, που φέτος το καλοκαίρι δεν θα προλάβω να πάω διακοπές, διπλώνοντας, τσαλακώνοντας ρούχα, ανακατεύοντας ντουλάπες και καταστρέφοντας μικρά αντικείμενα που θα μου λείψουν αύριο το πρωί.]
 Παίρνω ένα ποτήρι νερό βρύσης και ένα κερί που μυρίζει περίεργα,να βγω στο μπαλκόνι,να το ανάψω να κάνω ατμόσφαιρα και να χαρώ τους γείτονές μου που έχουν ξετρυπώσει και έχουν βγει κι αυτοί στα μπαλκονάκια τους μετά από έναν κουραστικό αλλά όχι και τόσο -κρύο- χειμώνα.Κοιτάζω τα μπαλκονάκια που ξαφνικά είναι παντού, μικρά και μεγάλα και τα συνδέω τυχαία με τους ήχους και τις μυρωδιές: όπερα, γεμιστά, μηχανάκι delivery, ικαριώτικος, γέλια, τσακωμός.
 Τα μπαλκονάκια το ένα πάνω στο άλλο, μικρά και μεγάλα, ανθισμένα, παρατημένα, γεμάτα,άδεια, με μπουγάδες ή χωρίς, τηλεοράσεις, λαπτοπ, κρασί ή μπύρες, γυναίκες, άντρες, και τα παιδιά για ύπνο...μάλλον.Στοιβαγμένα έτσι, τυποποιημένα και παραλληλόγραμμα σαν συσκευασίες, θα τα αγόραζες δυό δυό στο μπακάλικο,δεν θα τα χόρταινες.
 Ξεκίνησαν και φέτος τα νυχτερινά μπαλκόνια, λες και είναι φεστιβάλ, μπιενάλε, κάθε μέρα και κάτι διαφορετικό.Το απόλυτο σύμβολο της αποφόρτισης.Νύχτες πρεμιέρας στα μπαλκόνια.
 Αριστερά ξανά τα μικροσκοπικά φωτάκια του βουνού της χαλάρωσης που μου βγάζουν γλώσσα και θέλω να τα σπάσω στο ξύλο και δεξιά η θάλασσα, τόσο cool και αδιάφορη, λες και σήμερα παίρνει την εκδίκησή της, αφού την περιφρόνησα τόσες φορές.Όταν τη χρειάζεσαι είναι εκεί κ έχει γύρω της ένα διάφανο τείχος, που φωνάζει να μην την πλησιάσεις.
Έκανα το λάθος κι έχω στα χέρια μου το μπουκαλάκι του αρώματος του περσινού καλοκαιριού, και προσπαθώ να καταλάβω αλήθεια αν μου αρέσει που το μυρίζω.Η νέα μου κακιά συνήθεια.
 Και τώρα το χω σφηνώσει μέσα στο ρουθούνι μου και προσπαθώ να βγάλω άκρη.Μυρίζει, φρέσκα.
Κυρίως φρέσκο έρωτα, φρέσκο δέρμα σε καθαρά σεντόνια, μυρίζει Αστυπάλαια -αν και όλα μυρίζουν Αστυπάλαια- αλλά μυρίζει και αγωνία που πέρασε.Μυρίζει Γιώργο.Μυρίζει Μάρω, Μαρία Ειρήνη.Και μυρίζει Παναγιώτη, και 15αύγουστο.Από πέρυσι.
 Αναρωτιέμαι τιι θα μου θυμίζει το φετινό καλοκαίρι, του χρόνου τέτοια εποχή.



[αφιερωμένο σ αυτο το παιδί που κάποιον περίμενε σήμερα στο κτελ με τριαντάφυλλα στα χέρια.romance ISNT DEAD.]

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Τα μπλουζ [του πρόωρου] αποχωρισμού.

Οι μέρες άλλαζαν σε χρόνο αόριστο κι όμως καθορισμένο απ το σύμπαν,
πως έτσι πρέπει να γίνεται.
Κι έχανα αυτές τις νεκρές ημέρες, πριν να προλάβω να κανονίσω για την επομένη.
Έχει περάσει όχι μία μέρα,
αλλά τρία χρόνια έτσι, σε μιά πόλη που απ το μπαλκόνι σου θυμίζει καλοστημένο επιτραπέζιο,
με ζαριές να έρχονται έτσι και αλλιώς, μιά μπροστά και μία πίσω.
Έναν αέρα που έχει αυτή η πόλη, που ή φλογερό καλοκαίρι θα μυρίζει, ή  βροχερή ακαμψία.
Μέσα στο ούτε κατά διάνοια σαιξπηρικό τοπίο, μιάς πόλης μικρής και ρουτινιάρας, με τόσα πράγματα, θάλασσα και βουνό που όλο ακούς και ποτέ δεν βλέπεις,μόνο τ αγγίζεις λίγο με το δαχτυλάκι του ποδιού σου, παίζοντας με την προοπτική με μάτια μισάνοιχτα, σε κάποιο κρεβάτι φουρτουνιασμένο,απαντώ ακόμη τα πιο σαιξπηρικά ερωτήματα.
 Διάλογοι με τον εαυτό μου και βαρύ μεταλλικό νερό να τρέχει ποτάμια απ τις βρύσες των ασεβών.
Για τις αγωνίες μας μόνο το φεγγάρι είχε αυτιά.
Μοναξιά ανάμεσα σε τόσο γνώριμες εικόνες νιώθεις, μα είναι πιο ύπουλη και πιο μοιραία.
Δεν προλαβαίνω να σηκώσω το χέρι το αριστερό με το ιδρωμένο ρολόι,και να πω στο χρόνο να σταματήσει να μας περιμένει, μπας και προλάβουμε.
Την αγαπώ αυτή την πόλη, πιο πολύ γιατί με κάνει να σκέφτομαι αδιάκοπα.