Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

ρόδες.

Περιμένω στο σταθμό των Κτελ του Βόλου και νιώθω αξιολύπητη.Ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα αργούσα και θα κατέληγα για μιά ακόμη φορά να περιμένω το επόμενο λεωφορείο.Μιάμιση ώρα στο σταθμό των Κτελ δεν σου μαθαίνει απολύτως τίποτα.Όπως βέβαια, ούτε και οι 4 ώρες στο λεωφορείο για Αθήνα.Είναι κενές ώρες.Όπως οι ώρες που σπαταλούσα στο δημοτικό για να μάθω την προπαίδεια.Άχρηστες, περιττές και φυσικά, μη αποτελεσματικές.
 Αν με την ταπεινή και μη υποσχόμενη μαθηματική σκέψη μου προσπαθήσω να προσθέσω όλες τις ώρες που έχω περάσει σε μεταφορικά μέσα στη ζωή μου, λαμβάνοντας υπόψη μου και το γεγονός ότι έχω μεγαλώσει στα προάστια της Αθήνας, μπορώ με βεβαιότητα να πω πως η ζωή μου έχει ρόδες.
 Και όταν με κουράζουν τείνω να τις καταριέμαι, αλλά αμφιβάλλω πως θα μπορούσα να διανοηθώ τη ζωή μου δίχως αυτές.
         "There's no place better than home".
Τι γίνεται όμως όταν δεν ξέρεις ποιό ακριβώς είναι το σπίτι σου και μπερδεύεις τα κλειδιά, τις πολυκατοικίες, τις εισόδους?Πού είναι το σπίτι μου?Στο Βόλο, στην Αθήνα ή στα λεωφορεία της γης ολόκληρης??Παντού το ίδιο άνετα νιώθω.Στο Βόλο έχω το χώρο μου,στην Αθήνα έχω η μαμά και τους παλιούς φίλους, και στο λεωφορείο σίγουρα μια ζεστή θέση που γράφει τ όνομά μου και παράθυρο με θέα την Εθνική Οδό.
  
                         
                          "Home is where the heart is."

Η ζωή μου έχει ρόδες και δύο χρόνια στο Βόλο πέρασαν χωρίς να το καταλάβω καν.
Η ζωή μου έχει ρόδες και σχεδόν τρεις μήνες πέρασαν χωρίς να το συνειδητοποιήσω.
Αυτό είναι.Δεν την πιάνεις.Τρέχει όλη την ώρα πέρα δώθε και προσπαθείς σε κακόγουστες βαριές βαλίτσες να στριμώξεις να κομμάτια σου και μαζί της τρέχεις κι εσύ να την προλάβεις.
Τρέχει όμως πιο γρήγορα κι απ το διάολο, και καταλήγεις άξαφνα να έχεις γίνει σοφή γερόντισσα και να τρως ηλιόσπορους σε ένα κωλοσταθμό Κτελ, με μιά σακούλα με τάπερ με λαδερά και τηγανητό γαύρο που έχει πανιάσει ανάμεσα σε χαρτοπετσέτες, σε μιά σακούλα, δωράκι για την εγγονή σου που πήρε τα μάτια σου.
Και θα σηκώνονται να σου παραχωρήσουν τη θέση τους διάφορα παιδιά που είναι ευγενικά και σε λυπούνται έτσι που είσαι κι εσύ πιά με τις σακούλες στα χέρια και τις ρυτίδες να σου ξεσκίζουν τα χαρακτηριστικά.

Απέναντί μου βρίσκεται το τεράστιο ηλεκτρονικό ρολόι του σταθμού για να μου υπενθυμίζει πως ο χρόνος κυλάει κι εγώ εδώ και μιάμιση ώρα κάθομαι στην ίδια θέση,κι έχω ρουφήξει έναν κακοφτιαγμένο καφέ απ τα χέρια του barista του σταθμού των ΚΤΕΛ, με ζάχαρη χιλίων ετών και ληγμένο γάλα εβαπορέ από κατσίκες που βόσκησαν στο λιγοστό πράσινο της οδού Αχαρνών.Έχουν επίσης πιαστεί τα πόδια μου και ο κώλος μου τόση ώρα σ αυτό το παγκάκι.

Δεν έχουμε όμως και τόσο καιρό μπροστά μας.Όλα τρέχουν κι όλα έχουν ρόδες, πανάθεμά τα, και κανείς δεν ξέρει που θα είμαστε και τι θα κάνουμε μέσα στα επόμενα λεπτά.Πρέπει να επιλέξω ανάμεσα στο ανιαρό και το γρήγορο.Κι όχι με τη vintage λογική του live fast and die young, ούτε και με την τόσο ο-κύκλος-των-χαμένων-ποιητών carpe diem λογική.

Ό,τι κάνω το κάνω ξέροντας ότι όλα έχουν ρόδες και όλα είναι δρόμος (ναι) και στην τελική αν μια μέρα περάσει και δεν την έχω "αδράξει" δεν θα κατηγορώ τον εαυτό μου επειδή δεν βιάστηκα.
Θα σκεφτώ όπως σκέφτομαι τώρα. "Αυτές οι ώρες είναι κενές αλλά μου υπόσχονται μία γεμάτη συνέχεια σ ένα άλλο μέρος"

Κάθε μέρος είναι δυνητικά σπίτι, κάθε κατάσταση γίνεται οικεία και κομμάτι του εαυτού μας αν είναι μέρος της καθημερινότητάς μας κι όσον αφορά τις ρόδες, τρέχεις και δεν φτάνεις.

Κι ούτε που θα καταλάβεις πότε θα σου παραχωρούν τη θέση τους στα λεωφορεία διάφορα κωλόπαιδα.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου