Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Τα μπλουζ [του πρόωρου] αποχωρισμού.

Οι μέρες άλλαζαν σε χρόνο αόριστο κι όμως καθορισμένο απ το σύμπαν,
πως έτσι πρέπει να γίνεται.
Κι έχανα αυτές τις νεκρές ημέρες, πριν να προλάβω να κανονίσω για την επομένη.
Έχει περάσει όχι μία μέρα,
αλλά τρία χρόνια έτσι, σε μιά πόλη που απ το μπαλκόνι σου θυμίζει καλοστημένο επιτραπέζιο,
με ζαριές να έρχονται έτσι και αλλιώς, μιά μπροστά και μία πίσω.
Έναν αέρα που έχει αυτή η πόλη, που ή φλογερό καλοκαίρι θα μυρίζει, ή  βροχερή ακαμψία.
Μέσα στο ούτε κατά διάνοια σαιξπηρικό τοπίο, μιάς πόλης μικρής και ρουτινιάρας, με τόσα πράγματα, θάλασσα και βουνό που όλο ακούς και ποτέ δεν βλέπεις,μόνο τ αγγίζεις λίγο με το δαχτυλάκι του ποδιού σου, παίζοντας με την προοπτική με μάτια μισάνοιχτα, σε κάποιο κρεβάτι φουρτουνιασμένο,απαντώ ακόμη τα πιο σαιξπηρικά ερωτήματα.
 Διάλογοι με τον εαυτό μου και βαρύ μεταλλικό νερό να τρέχει ποτάμια απ τις βρύσες των ασεβών.
Για τις αγωνίες μας μόνο το φεγγάρι είχε αυτιά.
Μοναξιά ανάμεσα σε τόσο γνώριμες εικόνες νιώθεις, μα είναι πιο ύπουλη και πιο μοιραία.
Δεν προλαβαίνω να σηκώσω το χέρι το αριστερό με το ιδρωμένο ρολόι,και να πω στο χρόνο να σταματήσει να μας περιμένει, μπας και προλάβουμε.
Την αγαπώ αυτή την πόλη, πιο πολύ γιατί με κάνει να σκέφτομαι αδιάκοπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου